Το Α' Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον, αποτελεί σταθμό στην Ιστορία της Εκπαίδευσης του τόπου μας, εφόσον αφορά την πρώτη συλλογική προσπάθεια με σκοπό να συζητηθούν τα εκπαιδευτικά ζητήματα του έθνους. Τη σημασία του επιτείνει και το γεγονός ότι σ' αυτό έλαβαν μέρος εκπρόσωποι του ελεύθερου, απόδημου και αλύτρωτου ελληνισμού. (Και με τον όρο «αλύτρωτος Ελληνισμός» νοούνται οι εκτός ελληνικών τότε συνόρων περιοχές της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης, των Δωδεκανήσων, μέρος της Θεσσαλίας και τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου). Και βέβαια, ίσως ακούγεται περίεργος ο τίτλος της ομιλίας μου «Ο Γ. Δροσίνης και το Α' Ελληνικόν Εκπαιδευτικόν Συνέδριον 100 χρόνια μετά», δεδομένου ότι ο Δροσίνης είναι γνωστός ως ποιητή και πεζογράφος και όχι ως εκπαιδευτικός ή σχετικός με θέματα εκπαίδευσης.
Για το λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητο να διευκρινίσουμε από την αρχή ότι η περίπτωση του δεν είναι μονοσήμαντη και αυστηρά περιορισμένη στο χώρο της λογοτεχνίας. Πρόκειται για μία κεντρική μορφή των γραμμάτων μας, για μια προσωπικότητα πολυδιάστατη και πολύπλευρη. Παρακολουθώντας από κοντά τη δράση του, εντυπωσιάζεται κανείς για το εύρος και την πολυμέρεια της- πολύ δε περισσότερο, αν συγκριθεί με τις δραστηριότητες άλλων λογοτεχνών του καιρού του, οι περισσότεροι από τους οποίους περιορίζονταν στο καθαρά συγγραφικό τους έργο και στο βιοποριστικό τους επάγγελμα.
Ο Δροσίνης, αντίθετα, έχει να επιδείξει πολλές και σημαντικές δραστηριότητες: Συνεργασία σε περιοδικά, ημερολόγια και εφημερίδες (Ραμπαγάς, Μη χάνεσαι, Ακρόπολις, Άστυ)· έκδοση περιοδικών (Εστία, Εθνική Αγωγή, Μελέτη, Εικονογραφημένη της Ελλάδος, Ελληνικά)· έκδοση της εφημερίδας Εστία, που εξακολουθεί να κυκλοφορεί ίσαμε σήμερα, και των ημερολογίων Νέα Ελλάς και Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Πολλά από τα έντυπα που εξέδωσε ο Δροσίνης αποτελούν ακόμη και σήμερα σημαντικές πηγές στο χώρο της Φιλολογίας, όπου καταφεύγουν οι ερευνητές. Έχει επίσης ο Δροσίνης να επιδείξει συμμετοχή και δραστηριοποίηση σε συλλόγους Παρνασσός και Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, του οποίου υπήρξε και ισόβιος γραμματέας .
Από τη θέση αυτή στήριξε το εκδοτικό έργο του Συλλόγου, συνέβαλε με τρόπο καθοριστικό στην πρωτοβουλία του για την οργάνωση και λειτουργία σχολικών βιβλιοθηκών και την εισαγωγή εποπτικών μέσων διδασκαλίας στα σχολεία, υπήρξε ο εμπνευστής και θεμελιωτής ενός άλλου σπουδαίου έργου του ΣΩΒ: αυτού της ίδρυσης εκπαιδευτικού μουσείου, πρότυπης σχολικής βιβλιοθήκης - μεγάλο μέρος της οποίας οφείλεται σε δωρεά του Δροσίνη - και συλλογής πινάκων εποπτικής διδασκαλίας. Υπήρξε ο εμπνευστής και κύριος, μαζί με τον Βικέλα, διοργανωτής του Α' Eλλ. Εκπ. Συνεδρίου - στο οποίο και θα αναφερθούμε διεξοδικά παρακάτω, εφόσον αυτό αποτελεί και το θέμα της ομιλίας μας. Επίσης εισηγήθηκε και συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση και λειτουργία της Σεβαστοπουλείου Εργατικής Σχολής και του Οίκου Τυφλών και, τέλος, είχε ενεργό συμμετοχή στην οργάνωση επιμορφωτικών μαθημάτων, που θα μπορούσαν στο σύνολο τους να χαρακτηριστούν ως «Λαϊκό Πανεπιστήμιο», σε μια εποχή μάλιστα που οι δυνατότητες δεν ήσαν αρκετές). Ο Δροσίνης επίσης, από τη θέση του ως ανωτάτου στελέχους του Υπουργείου Παιδείας (1908- 1926), συνέβαλε στην έκδοση του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χατζηδάκι, ίδρυσε το Τμήμα Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του ίδιου Υπουργείου, οργάνωσε το Εθνικό Μουσείο των Κοσμητικών Τεχνών, το οποίο εξελίχθηκε στο γνωστό σήμερα ως Λαογραφικό Μουσείο και τέλος συμμετείχε στην ίδρυση και λειτουργία της Ακαδημίας Αθηνών.
Δικαιώνεται, νομίζουμε, με αυτή τη σύντομη αναφορά η κρίση του Κ. Θ. Δημαρά ότι «ο Δροσίνης δεν είχε ποτέ εγκαταλείψει ό,τι εθεωρούσε πως ήταν η υποχρέωση του μορφωμένου πολίτη, του λογίου, απέναντι του εθνικού συνόλου... Τώρα», προσθέτει ο Δημαράς, «ονομάζω τον Παλαμά και τον Δροσίνη "δημιουργούς της νέας μας παιδείας"». Πώς προέκυψε όμως αυτή η διάθεση του Δροσίνη να ασχοληθεί με θέματα παιδείας και να υπηρετήσει την υπόθεση αυτή σχεδόν δια βίου; Για να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να σταθούμε στο κλίμα της εποχής - πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό- και να διερευνήσουμε τις συνθήκες και τις συγκυρίες που το διαμόρφωναν.
Η χρονική περίοδος που συμπίπτει με τη ζωή και το έργο του (1859-1951) είναι αρκετά εκτεταμένη και συνδέεται στενά με καθοριστικά για την πορεία του έθνους μας γεγονότα. Ας αναφερθούμε στα πιο σημαντικά από αυτά: Προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας το 1881 και συνακόλουθη εμπλοκή του αγροτικού ζητήματος· πορεία προς την αστικοποίηση της ελληνικής οικονομίας και ανάπτυξη του εργατικού κινήματος χρεοκοπία του 1893 και εγκαθίδρυση το 1898 Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου· «ατυχής» ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Το τελευταίο αυτό γεγονός σημάδεψε την πορεία και τη σκέψη του Δροσίνη. Είναι αυτό, πού, όπως εκείνος αναφέρει, στάθηκε η αιτία να εγκαταλείψει την ενασχόληση του με τον ημερήσιο τύπο, την εφημερίδα ΕΣΤΙΑ δηλαδή, που ο ίδιος είχε ιδρύσει το Μάρτιο του 1894, και να στρέψει το ενδιαφέρον του στα εκπαιδευτικά πράγματα του τόπου: Γράφει ο ίδιος στα ΣΦΖ: «Το καλοκαίρι εκείνο [εννοεί του 1897], αποδιωγμένος από το τουρκοπατημένο Πήλιο, είχα καταφύγη στο δροσερό νησί των Σπετσών. Είχα πάρη μαζί μου εκεί βιβλία και περιοδικά, που μπορούσαν να με φωτίσουν για την εκπαιδευτική εξόρμηση στην Γερμανία μετά την Ιένα και στη Γαλλία μετά το Σεδάν. Και άλλα για να με οδηγήσουν στους νέους δρόμους, που εχάραζε για την Παιδαγωγικήν η πρόοδος και η εφαρμογή των Θετικών επιστημών.
Έλαβα την απόφαση ν' αποχωρήσω από την ΕΣΤΙΑ, που την είχα μεταβάλη σε πολιτική εφημερίδα από το 1894, και να εκδώσω περιοδικό με τον σκοπόν που θα διαλαλούσε το όνομα του: «ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ». Έτσι παρατηρείται η στροφή των ενδιαφερόντων του Δροσίνη από τα φιλολογικά και ευρύτερου πνευματικού ενδιαφέροντος θέματα, πολιτικά και κοινωνικά, προς τα ζητήματα εκπαίδευσης.
Βέβαια δεν είναι αυτή η πρώτη φορά που ο Δροσίνης εμπλέκεται σε θέματα εκπαίδευσης. Ως πρώτη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική εκπαιδευτική διαδικασία θα πρέπει να θεωρηθεί η από κοινού με τον Γ. Κασδόνη (διευθυντή τότε του περιοδικού Εστία) έκδοση των ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΧΡΗΣΙΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΧΟΛΕΙΩΝ, το 1884· έτος κατά το οποίο, ύστερα από εισήγηση του Νικολάου Πολίτη, τμηματάρχη τότε στο Υπουργείο Παιδείας, εισάγεται, για πρώτη φορά στην ελληνική εκπαίδευση η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Ο όρος μάλιστα Νεοελληνικά Αναγνώσματα, που καθιερώθηκε έκτοτε, οφείλεται στους συντάκτες του έργου, οι οποίοι και πρώτοι αφιέρωσαν τόσο χώρο για την εικονογράφηση των σχολικών βιβλίων. Κρίνοντας το έργο, ο Β. Τόγιας σημειώνει: «Η εκτύπωση και γενικά η όλη εμφάνιση και των τριών τόμων της συλλογής Γ. Δροσίνη και Γ. Κασδόνη ήταν για την εποχή εκείνη πολύ καλή».
Ασφαλώς το έργο δεν ήταν αποτέλεσμα ειδικών σπουδών ή ιδιαίτερων ενασχολήσεων του Δροσίνη με το σχολικό βιβλίο. Ήταν όμως προϊόν ζήλου και φροντίδας για την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων, εκ μέρους μιας αφυπνισμένης συνείδησης, στοιχεία τα οποία ισοσταθμίζουν την επιστημοσύνη. Άλλωστε ο Δροσίνης ήταν τότε μόλις 25 ετών και, τυπικά, φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Τον επόμενο χρόνο αναχώρησε για σπουδές στην Γερμανία και τα ενδιαφέροντα του για αρκετά χρόνια στράφηκαν στο χώρο των εκδόσεων. Θα περάσουν 13 χρόνια, οπότε θα τον απασχολήσουν εκ νέου, αλλά αυτή τη φορά με γνώση, πλέον, μελέτη και έμπνευση, τα θέματα εκπαίδευσης. Οι απόψεις του διοχετεύονται μέσα από το περιοδικό του ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, το οποίο ήταν εξολοκλήρου σχεδόν αφιερωμένο στην εκπαίδευση του έθνους. Όπως ήδη αναφέραμε, το όριο που σηματοδοτεί την ενασχόληση του Δροσίνη με τα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας μας είναι η ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ο Δροσίνης μελέτησε την ιστορία της εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών κρατών και το συμπέρασμα, στο οποίο τον οδήγησαν οι μελέτες και οι παρατηρήσεις του, ήταν ότι μία βασική αιτία της εθνικής ταπείνωσης θα έπρεπε να αναζητηθεί στην έλλειψη μόρφωσης του λαού. Άλλωστε αυτή ήταν και η κρατούσα άποψη της εποχής, την οποία υποστήριζαν λόγιοι και παιδαγωγοί.
Τις
απόψεις του για το θέμα αυτό τις διατύπωσε ο Δροσίνης διεξοδικά στο πρώτο άρθρο
της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ, με τον τίτλο «Επί το έργον!», όπου, μεταξύ άλλων, σημειώνει
και τα εξής: «Έθνος απολαύον της
ακροτάτης ελευθερίας, έθνος εν ω κυρίαρχος είναι ο λαός δια της καθολικής
ψηφοφορίας, έχει αναπόδραστον ανάγκην της ηθικής και πολιτικής μορφώσεως των
πολιτών, άνευ τούτου δε διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον».
Πίστευε
στη δύναμη της εκπαίδευσης ως βάσης για τη δημιουργία υπεύθυνων πολιτών και
επίσης αξιόμαχου στρατού, όσο κι αν αυτό το τελευταίο θεωρείται αποτέλεσμα
άλλου είδους εκπαίδευσης. « Αλλά συμβαίνει», γράφει, «με την δύναμιν του σχολείου ό,τι και με πολλάς φυσικάς δυνάμεις, ως
τον ηλεκτρισμόν δεν κάμνει εντύπωση το σχολείον, διότι είναι κεκρυμμένη».
Το
ελληνικό έθνος, κατά τον Δροσίνη ανέκαθεν στηριζόταν περισσότερο στις
πνευματικές παρά τις υλικές του δυνάμεις. Προς αυτή λοιπόν την κατεύθυνση θα έπρεπε
να στραφεί και το ενδιαφέρον των
συμπατριωτών του. Επισημαίνει χαρακτηριστικά: «...η δύναμις του Ελληνισμού ήτο πάντοτε μάλλον πνευματική παρά υλική.
Εγκλείουσα δε εντός αυτής ακριβώς το αθάνατον και το αδιάφθορον πάσης αΰλου
δυνάμεως και ηττωμένη κατίσχυσε των νικητών και θανασίμως πληγείσα επέζησεν
εκείνων δια μέσου των αιώνων. Και εις το μέλλον η κατ' εξοχήν δύναμις του
Ελληνισμού θα είνε η πνευματική αυτού ρώμη, επίκουρος δε μόνον εις ταύτην θα
έλθη η υλική ενίσχυσις. Προς ταύτην λοιπόν ας στραφώμεν!»
Ο Δροσίνης τονίζει τη σημασία του οικονομικού παράγοντα, εφόσον, όπως γράφει, «εκεί προσκόπτουσι συνήθως πάντα τα μεταρρυθμιστικά σχέδια». Ο Έλληνας πρέπει να αντιληφθεί ότι το σχολείο αποτελεί τη μόνη σίγουρη και σταθερή επένδυση. Για τούτο θα πρέπει να είναι πρόθυμος να υποβληθεί σε οικονομικές θυσίες, προκειμένου να εξασφαλίσει στα παιδιά του τα μέσα για τη μόρφωση και την πρόοδό τους. Κυρίως όμως η ελληνική πολιτεία έχει υποχρέωση να ενισχύσει με σημαντικά κονδύλια την Παιδεία, όπως συμβαίνει στα προηγμένα κράτη (και αναφέρει τις περιπτώσεις της Σουηδίας, της Αμερικής, της Ελβετίας, της Ουγγαρίας)· το αντίθετο όμως συμβαίνει στην Ελλάδα, φαινόμενο το οποίο και επισημαίνει.
Επειδή θεωρεί ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει να επηρεάζεται από τις εκάστοτε πολιτικές μεταβολές, προτείνει την ίδρυση «Συμβουλίου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», μέλη του οποίου θα είναι όχι μόνον παιδαγωγοί εξ επαγγέλματος, αλλά και άνθρωποι, που ασχολούνται γενικά με θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής. Αποστολή του Συμβουλίου θα είναι η διαρκής εποπτεία της σχολικής λειτουργίας σε όλες τις βαθμίδες και η φροντίδα για τη βελτίωση της. Ως κύριο στόχο του όμως θα έχει να χειραφετήσει τελείως την Εκπαίδευση από την επίδραση της πολιτικής και να μην επιτρέπει στις εκάστοτε κυβερνητικές μεταβολές να επιφέρουν αναταραχή, κυρίως με την αντικατάσταση των υψηλόβαθμων στελεχών. Παρατηρούμε, επομένως, ότι ο Δροσίνης θίγει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που απασχολούν την ελληνική εκπαίδευση σε όλη της την πορεία και, με τον πρακτικό του νου, προτείνει τρόπο αποτελεσματικής αντιμετώπισής του. Την πρωτοποριακή σύλληψη της ιδέας του εξάλλου, μπορούμε επί πλέον να την εκτιμήσουμε, αναλογιζόμενοι ότι σήμερα, 100 χρόνια μετά, ένα ανάλογο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας εν προκειμένω, δεν έχει αποκτήσει ακόμη πραγματική υπόσταση.
Μεγάλη σημασία αποδίδει ο Δροσίνης στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Τη θεωρεί τη βάση του εκπαιδευτικού οικοδομήματος. Το Δημοτικό Σχολείο οφείλει να δίνει στα παιδιά τα εφόδια για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της ζωής και να τα προετοιμάζει για το ρόλο τους ως εργαζομένων και ενεργών πολιτών. Για το λόγο αυτό σημειώνει ότι το Δημοτικό Σχολείο δεν είναι «ο πρόδρομος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου αλλ' η προς τον πρακτικόν βίον γέφυρα· τα εφόδια τα οποία πρέπει να φέρει ο απόφοιτος της λαϊκής εκπαιδεύσεως δεν πρέπει να είναι ορμαθός αποξηραμένων γραμματικών κανόνων και φορτίον ασυνάρτητων ονομάτων και χρονολογιών, αλλά γνώσεις συναφείς προς τον αγώνα της ζωής, δια τον οποίον είναι προορισμένος ως άνθρωπος πολιτισμένος και ως πολίτης ελεύθερος». Δεδομένου ότι κατά τη χρονική περίοδο για την η οποία γίνεται λόγος, ελάχιστοι απόφοιτοι του Δημοτικού Σχολείου συνέχιζαν τις σπουδές τους, αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικές ήταν οι επισημάνσεις του Δροσίνη για την αποστολή της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως.
Εφόσον λοιπόν έτσι διαγραφόταν ο ρόλος του Δημοτικού Σχολείου, έπρεπε όχι μόνο οι παιδαγωγοί αλλά όλοι οι πολίτες να είχαν λόγο για τη λειτουργία του και κυρίως οι εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων, οι οποίοι με την πείρα τους θα ήταν σε θέση να προτείνουν τι έπρεπε να< διδάσκεται ένα παιδί στο Δημοτικό Σχολείο, ώστε αν δε συνέχιζε τις σπουδές του, να μπορούσε να αντιμετωπίσει τα πρακτικά προβλήματα της καθημερινής ζωής.
Αλλά ο Δροσίνης προχωρεί και στα ενδότερα της εκπαίδευσης. Τον απασχολεί ακόμη και η μέθοδος διδασκαλίας, που εφαρμοζόταν στην καθημερινή σχολική πράξη. Καθώς από το ελληνικό σχολείο έλλειπαν τα εποπτικά μέσα, οι εκπαιδευτικοί περιορίζονταν στη θεωρητική ανάπτυξη των μαθημάτων και οι μαθητές στην αποστήθιση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως επεσήμαινε ο Δροσίνης, την αδυναμία των νέων να αναπτύξουν σκέψη δημιουργική και πρακτική, να καλλιεργήσουν τη φαντασία τους, να ασκήσουν την παρατηρητικότητα τους. Μέσω του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, ο Δροσίνης δραστηριοποιείται και για τον εξοπλισμό των διδακτηρίων με τα αναγκαία όργανα και εποπτικά μέσα διδασκαλίας.
Ακρογωνιαίο
λίθο της εκπαίδευσης για τον Δροσίνη αποτελούσε ο δάσκαλος, η μόρφωση του
οποίου ήταν απαραίτητο να αποτελεί πρωταρχική μέριμνα της πολιτείας. Όσο κι αν
τροποποιούνταν και βελτιώνονταν οι
σχετικοί νόμοι και τα προγράμματα των σχολείων, όσα διδακτήρια κι αν
κτίζονταν και εφοδιάζονταν με τα πιο σύγχρονα μέσα διδασκαλίας, χωρίς
δασκάλους άξιους τίποτε
δεν ήταν δυνατόν
να επιτευχθεί. Και συμπερασματικά αναφέρει: «Άξιον εκπαιδεύσεως σύστημα είνε ο αγαθός
διδάσκαλος».
Τον
Δροσίνη τον απασχολούσε σοβαρά και το πρόβλημα της στέγασης των σχολείων καθώς,
όπως σημειώνει, «Δια τας Αθήνας μάλιστα
το αίσχος της οικτρότητας των Δημοτικών Σχολείων είνε ακόμη αισθητότερον, διότι
παρ' αυτά υψούνται άλλα μέγαρα και ανάκτορα στεγάζοντα την Ανωτάτην Εκπαίδευσιν
ή και μη στεγάζοντα τίποτε».
Τον
απασχόλησε επίσης και το θέμα των διδακτικών βιβλίων. Αλλά εξίσου μεγάλο
ενδιαφέρον έδειξε και για το εξωσχολικό βιβλίο, ως μέσον μόρφωσης και
ψυχαγωγίας όχι μόνο των μαθητών αλλά και των πολιτών. Από τη θέση του γραμματέα
του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για την
ίδρυση σχολικών βιβλιοθηκών, τα βιβλία των οποίων ήταν στη διάθεση όχι μόνον
των μαθητών αλλά και των οικογενειών τους. Με τον τρόπο αυτό, όπως σημειώνει σε
άρθρο του, το σχολείο γίνεται «το κέντρο
της εν τω τόπω πνευματικής κινήσεως, η μικρά Ακαδημία του χωριού».
Εν κατακλείδι, διαπιστώνουμε ότι ο Δροσίνης διατύπωσε πρωτοποριακές για την εποχή του απόψεις. Χαρακτηριστικό για τις προοδευτικές του αντιλήψεις αποτελεί και το γεγονός ότι, ως Γενικός Επιθεωρητής της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, «είχε εκφραστεί με ενθουσιασμό» για το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Βόλου, τη στιγμή που οι αντιδράσεις εναντίον του ιδρύματος εκείνου ήταν τόσο έντονες και δραστικές, ώστε οδήγησαν σε δίωξη του διευθυντή του, Αλέξανδρου Δελμούζου, και σε κλείσιμο του σχολείου.
Μέσα σ' αυτό το θεωρητικό πλαίσιο κινούνται οι απόψεις του Δροσίνη για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Όμως, ως άνθρωπος της δράσης, δεν περιορίστηκε στον προβληματισμό και την ανακοίνωση των θέσεων του μέσα από την αρθρογραφία. Εργάστηκε με συνέπεια, ευαισθησία, ευσυνειδησία, και έμπνευση προκειμένου να υλοποιήσει τις ιδέες του Αναφερθήκαμε ήδη επιγραμματικά στις συγκεκριμένες δραστηριότητές του στον χώρο της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα όμως θα εξετάσουμε τη συμβολή του στην οργάνωση και πραγματοποίηση του Α' Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου το οποίο και αποτελεί το επιστέγασμα όλων των σχετικών προβληματισμών του.
Το Πρώτο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο διεξάγεται στην Αθήνα στο διάστημα 31 Μαρτίου έως 4 Απριλίου του 1904. Ο Δροσίνης μετέχει στη διοργάνωση του από τη θέση του γραμματέα της οργανωτικής επιτροπής. Η κυριότερη όμως συμβολή του έγκειται στο γεγονός ότι είναι ο εμπνευστής και τελικά η ψυχή του.
Η συστηματική ενασχόληση και το διαρκές ενδιαφέρον του για τα εκπαιδευτικά ζητήματα του τόπου, η αναστροφή του με ανθρώπους που συμμερίζονται τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του, κυρίως μέσα στον κύκλο του Σ.Ω.Β, και η παρακολούθηση των εξελίξεων που συντελούνται σε θέματα εκπαίδευσης στα προηγμένα κράτη, αποτελούν τους κινητήριους μοχλούς της ιδέας για την οργάνωση ενός εκπαιδευτικού συνεδρίου, στο οποίο θα συμμετέχουν κυρίως εκπαιδευτικοί αλλά και άλλοι φορείς. Φορείς κρατικοί ή ιδιωτικοί τόσο από την Ελλάδα όσο και από τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού και κυρίως του αλύτρωτου ελληνισμού. Η υλοποίηση της ιδέας του πραγματοποιείται κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες:
Τις 2 Απριλίου 1903 ο Γεώργιος Δροσίνης υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων την πρόταση για συνεργασία με το Σύλλογο προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων και τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», προκειμένου να συγκληθεί στην Αθήνα Εκπαιδευτικό Συνέδριο το 1904, κατά την εβδομάδα του Πάσχα. Παράλληλα προς το Συνέδριο και προς στήριξη του έργου του προτείνει και τη λειτουργία Σχολικής Έκθεσης.
Οι προαναφερθέντες σύλλογοι συμφώνησαν και όρισαν εκπροσώπους τους ως μέλη της Διευθύνουσας Επιτροπής του Συνεδρίου, πρόεδρος της οποίας ορίστηκε ο Πρόεδρος του Σ.Ω.Β, Δημ. Βικέλας.
Καθήκοντα γραμματέα της επιτροπής ανέλαβε ο Γεώργιος Δροσίνης, στον οποίο και ανατέθηκε η προετοιμασία και η όλη οργάνωση του Συνεδρίου, εφόσον αυτός «συνέλαβε πρώτος και υπέβαλε την περί τοιούτου συνεδρίου ιδέαν, όπως αναφέρεται στα σχετικά πρακτικά του Σ.Ω.Β. Στη συνέχεια ο Δροσίνης κατάρτισε και εισηγήθηκε τον Κανονισμό των Εργασιών του Συνεδρίου και τα θέματα προς συζήτηση. Ανέλαβε μάλιστα και τη φροντίδα για τη σύνταξη σχετικής αγγελίας,
την εκτύπωση και αποστολή της στον τύπο, στα διάφορα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στους εκπαιδευτικούς λειτουργούς του κράτους και του απανταχού Ελληνισμού.592
Χαρακτηριστικό για την ευθύνη και τη συμβολή του Δροσίνη στην οργάνωση και διεξαγωγή του Συνεδρίου είναι και το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της σχετικής αλληλογραφίας απευθύνεται προσωπικά σ' αυτόν. Αλλά και το περιοδικό του, την Εθνική Αγωγή, το έθεσε στη διάθεση του Συνεδρίου, καθώς στις στήλες του δημοσιεύονται όλες οι σχετικές ανακοινώσεις και οδηγίες.
Σχεδόν
αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης για τη σύγκληση του Συνεδρίου, ο Δροσίνης, σε
άρθρο του στην Εθνική Αγωγή με τον
τίτλο «Το Εκπαιδευτικόν Συνέδριον και η
Σχολική Έκθεσις», αναλύει το σκεπτικό του και εκφράζει τις προσδοκίες του
και την ευαρέσκεια του για την υλοποίηση της ιδέας του, γράφοντας μεταξύ άλλων
και τα εξής: «Η διεύθυνσις της Εθνικής
Αγωγής δεν δύναται να αποκρύψη την χαράν, την οποίαν αισθάνεται, δια την
πραγμάτωσιν ενός των μυχιαιτέρων πόθων, ους διετύπωσεν εξ αρχής εν τω
προγράμματι αυτής».
Το γεγονός ότι στο Συνέδριο, εκτός από τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, καλούνται να συμμετέχουν και άλλοι φορείς που ενδιαφέρονται για την εκπαίδευση του λαού, ο Δροσίνης θεωρεί άκρως θετικό και εποικοδομητικό. Άλλωστε και η πρωτοβουλία της σύγκλησής του δεν οφείλεται σε εκπαιδευτικούς ή αρμόδιους κρατικούς φορείς, αλλά σε τρεις συλλόγους, που τα μέλη τους τα εμπνέει το ίδιο ενδιαφέρον.
Και τούτο σημαίνει ότι: «Αφυπνίζεται επί τέλους και παρ ημίν το κοινόν ενδιαφέρον υπέρ της αγωγής του Έθνους και στρέφεται μετά στοργής η προσοχή και των μη εξ επαγγέλματος διδασκάλων προς το Σχολείον». Επί πλέον, διατυπώνει την άποψη ότι η συνεργασία όλων όσων έχουν να προσφέρουν κάτι στην υπόθεση της Παιδείας θα έχει θετικότερα αποτελέσματα απ' ό,τι οι μελέτες κατά μόνας και οι έριδες και αντεγκλίσεις των ολίγων ειδικών. Εξάλλου, υποστηρίζει, σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις πραγματοποιήθηκαν όχι αποκλειστικά από παιδαγωγούς, αλλά κυρίως από ανθρώπους με ευρύτερα πνευματικά ενδιαφέροντα. Γιατί η Ελλάδα να αποτελέσει εξαίρεση;
Πιστεύει ότι από την πείρα των εκπαιδευτικών θα διδαχθούν πολλά οι υπόλοιποι σύνεδροι, οι οποίοι μπορεί μεν να εμπνέονται από τα αγαθότερα αισθήματα και να έχουν τις καλύτερες προθέσεις, στερούνται όμως της ανάλογης γνώσης και κυρίως εμπειρίας.
Αλλά και οι εκπαιδευτικοί, για τη συμμετοχή των οποίων «πρωτίστως ενδιαφέρεται» η οργανωτική επιτροπή του Συνεδρίου, θα ωφεληθούν από τις συζητήσεις, τους προβληματισμούς, τις ιδέες, τις προτάσεις που θα ακουστούν και ό,τι θεωρούν ωφέλιμο θα το εφαρμόσουν, κατά το δυνατόν, στην καθημερινή άσκηση του λειτουργήματός τους.
Ο Δροσίνης θεωρεί βέβαιη την επιτυχία του Συνεδρίου, εφόσον αυτή την εγγυάται «η συνεργασία των φίλων της εκπαιδεύσεως και των εξ επαγγέλματος λειτουργών αυτής». Και πρακτικό πνεύμα, καθώς είναι, προσδιορίζει την επιτυχία: «Και επιτυχίαν δεν εννοώ την προσέλευσιν πολυαρίθμων μελών και την εκφώνησιν πομπωδών λόγων, αλλά τα εκ του Συνεδρίου πρακτικά αποτελέσματα επί της σχολικής εν γένει αγωγής».597
Αναφερόμενος στη Σχολική Έκθεση κρίνει ότι θα λειτουργήσει επιβοηθητικά στο σκοπό του Συνεδρίου καθώς, αφενός θα δώσει μία εικόνα της σχολικής δράσης και θα ωθήσει σε ευγενή άμιλλα τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, και αφετέρου, μέσω των εκθεμάτων των πλέον προηγμένων χωρών, θα υποδείξει τρόπους βελτίωσης και προόδου της ελληνικής σχολικής πραγματικότητας.
Σύμφωνα με τον κανονισμό, τον οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε εισηγηθεί ο Δροσίνης, το Συνέδριο λειτουργεί σε τέσσερα τμήματα: της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως, της Μέσης Εκπαιδεύσεως, της Γυναικείας Αγωγής και της Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως. Τα θέματα που απασχολούν το κάθε τμήμα ορίζονται ως εξής:
«1.
Στοιχειώδης Εκπαίδευσις: Ευρύτερα διάδοσις της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως
και ελάττωσις του αριθμού των αγραμμάτων των υπερβάντων την ηλικίαν της εκ του
Νόμου υποχρεωτικής φοιτήσεως εις το Δημοτικόν Σχολείον.
2.
Μέση Εκπαίδευσις: Παιδαγωγική
μόρφωσις του διδακτικού προσωπικού των
Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων.
3.Γυναικεία
Αγωγή:Μεταρρύθμισις του
προγράμματος των Παρθεναγωγείων, όπως παρέχωσι ταύτα αγωγήν σύμφωνον προς τας
ελληνικάς παραδόσεις και προς τον προορισμόν της γυναικός εν τη οικογένεια και
τη κοινωνία.
4.
Τεχνική και Επαγγελματική Εκπαίδευσις: Οργάνωσις συστήματος τεχνικής προπαιδεύσεως και διδασκαλίας
συμπληρωματικής του Δημοτικού Σχολείου δια τους παίδας του λαού τους μέλλοντας
να επιδοθώσιν εις βιομηχανικά επαγγέλματα».
Ως
γενικό θέμα, που θα συζητηθεί στην ολομέλεια του Συνεδρίου ορίζεται η «βελτίωσις των διδακτικών βιβλίων και λόγω
συνθέσεως και λόγω εξωτερικής μορφής» .
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η θεματική του Συνεδρίου αφορά κυρίως σε ζητήματα γύρω από τα οποία εστιαζόταν το ενδιαφέρον του Δροσίνη, όπως αυτό εκφράστηκε τόσο με την αρθρογραφία του και το ύφος και το πνεύμα του περιοδικού του, Εθνική Αγωγή, όσο και με τις ως τότε δραστηριότητές του στον ΣΩΒ.
Ο
στόχος του Συνεδρίου, αναφέρεται στην εγκύκλιο της Διευθύνουσας Επιτροπής προς
τους Επιθεωρητές της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το Συνέδριον αποβλέπει κυρίως εις εξεύρεσιν
των μάλλον τελεσφόρων μέσων προς ενίσχυσιν και οργάνωσιν των πνευματικών
δυνάμεων του Έθνους και παρασκευήν αυτού εν τω ολονέν παροξυνομένω αναιμάκτω
μεν αλλά και πείσμονι αγώνι της πολιτιστικής υπεροχής εν τη Ανατολή».
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι ο σκοπός του Συνεδρίου δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια του προβληματισμού για εκπαιδευτικά μόνο θέματα, αλλά επεκτείνεται και στην αναζήτηση τρόπων συνένωσης των πνευματικών δυνάμεων του Έθνους προκειμένου να προβληθεί η πολιτιστική υπόσταση του Ελληνισμού έναντι των άλλων κρατών. Πρόκειται επομένως για στόχο εθνικό. Άλλωστε το πνεύμα της Μεγάλης Ιδέας και μια ελληνοκεντρική αντίληψη κυριαρχεί και διαπνέει την όλη νοοτροπία, ενώ από την άλλη πλευρά και οι ιστορικές συγκυρίες συντελούν προς τη στοχοθεσία αυτή του Συνεδρίου. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ήττα του '97 έχει προβάλει επιτακτική την ανάγκη να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης το πρόβλημα της εκπαίδευσης για το οποίο ο Δροσίνης εργάζεται συνεχώς. Επί πλέον, η ρευστή κατάσταση στα Βαλκάνια, που ένα χρόνο αργότερα θα οδηγήσει στην επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, επιβάλλει, εντονότερα την εθνική συσπείρωση.
Στο Συνέδριο καλούνται να λάβουν μέρος:
«α. Οι αντιπρόσωποι των Δήμων και Κοινοτήτων
και των Ελληνικών παροικιών, των Εκπαιδευτικών Συλλόγων και των Εκπαιδευτικών
ιδρυμάτων εν γένει.
β. Οι ανήκοντες εις τον εκπαιδευτικόν
κλάδον, καθηγηταί, επιθεωρηταί και διδάσκαλοι αμφοτέρων των φύλων και παντός
βαθμού.
γ. Οι ενδιατρίβοντες εις εκπαιδευτικά
ζητήματα ή οπωσδήποτε ενδιαφερόμενοι περί τούτων».
Επίτιμος Πρόεδρος του Συνεδρίου ανακηρύσσεται ο κατά το χρόνο της συγκλήσεώς του ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Οι οργανωτές επιδιώκουν έτσι τη συνεργασία και τη στήριξη του κράτους, εφόσον αυτό είναι εν τέλει υπεύθυνο και αρμόδιο για την όποια εφαρμογή των συμπερασμάτων και των προτάσεων που θα προκύψουν. Η Κυβέρνηση ανταποκρίνεται και με ενέργειες της στηρίζει και διευκολύνει τη διεξαγωγή του Συνεδρίου· και ιδιαίτερα ο Υπουργός Παιδείας, Σπ. Στάης.
Οι εργασίες του Συνεδρίου διεξάγονται στις αίθουσες του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ο αριθμός των συνέδρων ανέρχεται σε 979. Οι περισσότεροι είναι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων συμμετέχουν όμως και λόγιοι και εκπρόσωπο, συλλόγων και σωματείων. Ένα σημαντικό ποσοστό (19,5%), περίπου δηλαδή 200 σύνεδροι προέρχονται από περιοχές του αλύτρωτου Ελληνισμού και τις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού.
Το Συνέδριο αποτέλεσε σημαντικό γεγονός της ζωής του τόπου η σπουδαιότητά του τονίστηκε και από την παρουσία του βασιλιά Γεωργίου Α', ο οποίος και κατά τη δημοσία συνεδρία της 31ης Μαρτίου 1904 κήρυξε την έναρξη των εργασιών του στη μεγάλη αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Οι εργασίες διεξήχθησαν σε τέσσερα τμήματα και τέλος, όπως προέβλεπε ο κανονισμός, επακολούθησε η πανηγυρική καταληκτήρια συνεδρίαση.
Οι εισηγήσεις δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Εθνική Αγωγή, το οποίο ο Δροσίνης είχε θέσει στην υπηρεσία του Συνεδρίου. Από τις εισηγήσεις αυτές αναφέρουμε τους τίτλους των πιο αντιπροσωπευτικών για το πνεύμα που επικράτησε:
«Η εκπαίδευσις των αγραμμάτων», «Παιδαγωγική μόρφωσις των λειτουργών της Μέσης Εκπαιδεύσεως», «Το προσωπικόν της Μέσης Εκπαιδεύσεως», «Η γυναικεία αγωγή», «Αι ατέλειαι της παρ’ ημίν εκπαιδεύσεως των θηλέων». «Περί τεχνικής προπαιδεύσεως εν τω Δημοτικώ Σχολείω», «Τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευσις», «Η βελτίωσις των διδακτικών βιβλίων».
Οι
εισηγήσεις και οι προτάσεις κινούνται στους εξής άξονες: Μέριμνα για την
αυστηρή εφαρμογή του Νόμου περί υποχρεωτικής παρακολούθησης της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως και για
την επέκτασή της από τετραετή που ήταν τότε σε εξαετή. καταπολέμηση του
αναλφαβητισμού με ίδρυση από ιδιωτικούς συλλόγους και «Κυριακών» σχολείων,
σχολείων δηλαδή που θα λειτουργούσαν τις Κυριακές για τους εργαζόμενους και
δημιουργία σχολείων στο στρατό, ίδρυση σχολείων για άτομα με ειδικές ανάγκες·
αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού, με παράλληλη μέριμνα για την
παιδαγωγική του κατάρτιση και την επιμόρφωσή του και καθιέρωση της μονιμότητας
των καθηγητών βελτίωση της ποιότητας της σχολικής ζωής· αναβάθμιση της Γυναικείας
Εκπαιδεύσεως. μέριμνα για την Προσχολική Αγωγή· βελτίωση της
ποιότητας των διδακτικών βιβλίων. Συμπερασματικά «στο Εκπαιδευτικό Συνέδριο του 1904 αποτυπώνεται ο προβληματισμός της
εποχής για τα εκπαιδευτικά πράγματα
και εκφράζονται όλες
οι υπάρχουσες τάσεις».
Οι
εντυπώσεις για τον προγραμματισμό
του Συνεδρίου, όπως αυτές
διατυπώθηκαν σε δημοσιεύματα ή επιστολές, ήταν άκρως θετικές. Ενδεικτικά
αναφέρουμε τις κρίσεις του Γρ. Ξενόπουλου: «[...].
Τα πάντα ηνηργήθησαν. επρονοήθησαν και συνεδυάσθησαν σοφώτατα. ώστε το
Συνέδριον να περιβληθή με την πρέπουσαν αίγλην κ’ επισημότητα». Και εν
συνεχεία, αναφερόμενος ειδικά στη συμβολή του Δροσίνη, προσθέτει: «Οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι η διευθύνουσα
Επιτροπή [...] προ πάντων ο ακάματος γραμματεύς κ. Δροσίνης έκαμαν παν ό.τι ήτο
δυνατόν υπέρ της επιτυχίας τόσο δύσκολου εγχειρήματος». Και μετά το πέρας
των εργασιών του Συνεδρίου παρατηρεί ότι «ουδέποτε
πρόγραμμα εξετελέσθη πιστότερα κ’ ευσυνειδητότερα».
Ο Βικέλας, αποτιμώντας τη συμμετοχή στο Συνέδριο, αναφέρει ότι ουδέποτε ελληνικό συνέδριο είχε συγκεντρώσει τόσα μέλη. Εκτός όμως από το μεγάλο αριθμό των συνέδρων εκείνο που αξίζει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι το εύρος της αντιπροσώπευσης.
Είναι
άξιο θαυμασμού πως κατέστη δυνατόν να συμμετάσχουν όχι μόνο εκπαιδευτικοί αλλά
και άτομα με ενδιαφέρον για την Εκπαίδευση από όλη την Ελλάδα, από τις
αλύτρωτες περιοχές, από τον Ελληνισμό της Διασποράς, σε μια εποχή που τόσο τα
μέσα επικοινωνίας όσο
και συγκοινωνίας δεν
διευκόλυναν αυτού του
είδους τις πρωτοβουλίες. Πιθανόν,
χωρίς την έμπνευση και το όραμα του Δροσίνη, χωρίς τις γνώσεις, την
ενημέρωση και το ενδιαφέρον του, χωρίς
την ακάματη εργατικότητα και
τις οργανωτικές του ικανότητες δεν θα είχε πραγματοποιηθεί μια τόσο φιλόδοξη
και πρωτοποριακή για την εποχή της πρωτοβουλία, η οποία, και κατά τον Αλ.
Δελμούζο, ήταν «σωστός συναγερμός του
Ελληνισμού για την
παιδεία του».
Η συμβολή του Δροσίνη όμως στο Εκπαιδευτικό Συνέδριο δεν περιορίζεται στην έμπνευση του και στη διεκπεραίωση οργανωτικών εργασιών, Προχωρεί και επί της ουσίας με μία πρόταση που υποβάλλει στο Συνέδριο. πρόταση πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή: τη σύσταση «Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνδέσμου», κατά το πρότυπο ανάλογων σωματείων άλλων κρατών, με σκοπό την διάδοσιν της εκπαιδεύσεως και την βελτίωσιν των μέσων και των τρόπων διδασκαλίας και της καθ' όλου αγωγής ανά το Ελληνικόν Κράτος, τας Ελληνικάς χώρας και τας απανταχού Ελληνικάς κοινότητας και παροικίας,.
Ο Σύνδεσμος ενισχύει ηθικώς και υλικώς κατά το δυνατόν παν έργον συντελούν εις εκπλήρωσιν του σκοπού αυτού.
Μέλη του συνδέσμου θα μπορούσαν να γίνουν: οι απανταχού (δηλ. οι εντός Ελλάδας, στις Ελληνικές Κοινότητες του αλύτρωτου και απόδημου Ελληνισμού, Σύλλογοι, Εταιρείες, Αδελφότητες, οι Δήμοι, οι Επιτροπείες των Ελληνικών Κοινοτήτων, τα Διοικητικά Συμβούλια ή Αδελφάτα αναγνωρισμένων αγαθοεργών καταστημάτων, τα οποία έχουν οπωσδήποτε σχέση με την εκπαίδευση, οι Διευθύνσεις ιδιωτικών σχολείων, καθώς και μεμονωμένα άτομα.
Η Διευθύνουσα Επιτροπή του Πρώτου Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνεδρίου θα αναλάμβανε για τη διετία 1904-1906 την προσωρινή διοίκηση του Συνδέσμου και την προετοιμασία διεξαγωγής του Δεύτερου Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, την εβδομάδα του Πάσχα του 1906.
Όπως προκύπτει, ο Δροσίνης, όταν υπέβαλε την πρόταση της σύγκλησης του Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, είχε κατά νου μία διαρκέστερη και αποτελεσματικότερη παρέμβαση στα εκπαιδευτικά πράγματα του τόπου αλλά και του απανταχού Ελληνισμού, και όχι απλά μία συγκέντρωση για ανταλλαγή απόψεων. το έργο αυτό θα αναλάμβανε ο Ελληνικός Εκπαιδευτικός Σύνδεσμος, ο οποίος, όπως τον οραματίστηκε ο Δροσίνης, με την ευρύτητα της αντιπροσώπευσης και τη λειτουργία του υπό την αιγίδα του κράτους, θα είχε κύρος θεσμικό και πανεθνικό.
Η πρόταση, έγινε δεκτή. Το καταστατικό εγκρίθηκε με Β. Διάταγμα της 19ης Ιουλίου 1904, αλλά το σωματείο δεν ιδρύθηκε ποτέ. Τα γεγονότα στη Μακεδονία και η κατάσταση αναβρασμού που επικρατούσε, δεν θα επέτρεπε την οργάνωση του Δεύτερου Εκπαιδευτικού Συνεδρίου, που ήταν και ο βασικός σκοπός της σύστασης του Συνδέσμου.
Η επιδείνωση της καταστάσεως που ακολούθησε ματαίωσε την ίδρυση του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνδέσμου.
Όσο και αν το σχέδιο του Δροσίνη δεν τελεσφόρησε και παρέμεινε απλός σχεδιασμός, ωστόσο παραμένει το γεγονός ότι πρώτη φορά γίνεται λόγος για ανάληψη μέριμνας και ευθύνης για θέματα εκπαίδευσης του όλου Ελληνισμού στην οικουμενικότητά του, όχι από ένα σωματείο περιορισμένης τοπικής εμβέλειας - άλλωστε τέτοια λειτουργούσαν ήδη σε πολλές περιοχές, τόσο εντός όσο και εκτός των ελληνικών συνόρων - αλλά από ένα όργανο, στο οποίο θα συμμετείχε, μέσω των αντιπροσώπων του, ο απανταχού Ελληνισμός. Η σύλληψη της ιδέας και ο σχεδιασμός της εφαρμογής της- δείχνουν αφενός ευρύτητα πνεύματος, γνώση, όραμα, ικανότητα αντίληψης των προβλημάτων σε όλες τους τις διαστάσεις και αφετέρου πρακτικό και οργανωτικό νου με δυνατότητα να προτείνει λύσεις. Για να επανέλθουμε όμως, στην αξιολόγηση του Συνεδρίου αυτή, δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην ευρύτητα και το πλήθος των συμμετοχών και στην επιτυχία της διοργάνωσής του. Κυρίως ενδιαφέρει η συμβολή και η δυνατότητα παρέμβασής του στα εκπαιδευτικά θέματα του Ελληνισμού.
Οπωσδήποτε,
η ιδέα του Δροσίνη και η υλοποίησή της με την πρωτοβουλία των τριών συλλόγων
δεν φιλοδοξούσε να δώσει άμεση λύση και να προβεί στη λήψη μέτρων, πράγμα που
ξεπερνούσε οπωσδήποτε και τις δυνατότητες του Συνεδρίου. Όπως παρατηρεί άλλωστε
και ο Βικέλας στη Λογοδοσία του 1904, το έργο των συνεδρίων είναι
προπαρασκευαστικό και ο στόχος τους περιορίζεται στην ανακίνηση των θεμάτων και στην αφύπνιση και τον
προβληματισμό της κοινής γνώμης. Και από την άποψη αυτή, του προβληματισμού
δηλαδή της κοινωνίας, της προβολής των εκπαιδευτικών θεμάτων, της ανακίνησης
του ενδιαφέροντος και ενεργοποίησης των αρμόδιων φορέων, η συμβολή του
Συνεδρίου είναι σημαντική. Χαρακτηριστική
είναι η εκτίμηση
που διατυπώνει σχετικά ο Δ.
Γληνός: «Το πρώτον συνέδριον αναμφισβήτως
επέτυχεν. Και οι οργανωτές του
Συνεδρίου αισθάνονται ικανοποίηση για την επιτυχία του εγχειρήματός τους».
Στα
χρονικά του ΣΩΒ εξάλλου αναφέρεται σχετικά : «Η επιτυχία αμφοτέρων [του Συνεδρίου και της Σχολικής Εκθέσεως] υπερέβη
και των οργανωσάντων τας προσδοκίας».
Εφόσον, πράγματι ανάλογη προς το Συνέδριο επιτυχία σημείωσε και η Σχολική έκθεση, η οποία εξυπηρέτησε διπλό σκοπό: παρουσίασε την ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, τις προσπάθειες που είχαν καταβληθεί, τις προόδους, που είχαν συντελεστεί, και παράλληλα πρόβαλε τα επιτεύγματα των άλλων χωρών, ώστε αυτά να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης και να λειτουργήσουν ως πρότυπα. Και έναν άλλο σκοπό εξυπηρέτησε εκ των υστέρων η Σχολική Έκθεση: συνέβαλε στον εμπλουτισμό του Εκπαιδευτικού Μουσείου και της Παιδαγωγικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, καθώς οι περισσότεροι εκθέτες δώρισαν τα εκθέματά τους.
Συνεχίζοντας την αποτίμηση του Συνεδρίου, θα πρέπει, εκτός της εκπαιδευτικής, να προσέξουμε και. μία άλλη διάστασή του: την εθνική. Το Συνέδριο προκάλεσε μια πανελλήνια στην οικουμενικότητα της συνάθροισης η οποία, πέρα από τη συζήτηση των εκπαιδευτικών προβλημάτων του έθνους, είχε στόχο της να καταδείξει στους εθνικούς αντιπάλους την του απανταχού Ελληνισμού, ελεύθερου, απόδημου και αλύτρωτου. Άλλωστε ο εθνικός χαρακτήρας μιας εκπαιδευτικής δραστηριότητας την εποχή εκείνη εξέφραζε τις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας ότι η βελτίωση της εκπαίδευσης θα αποτελέσει, τη βάση για την εθνική αναγέννηση. Η άπονη αυτή εξέφραζε απόλυτα και τον Δροσίνη, θεωρητικά και πρακτικά.