Η προσφορά
του Γεωργίου Δροσίνη
στους
Ολυμπιακούς Αγώνες
1896
Ο Δροσίνης δεν ήταν μόνον ο συγγραφεύς του γραφείου, ποιητής της εμπνεύσεως και στοχαστής της μοναξιάς, όπως πολλοί θα ενόμιζαν ή θα μπορούσαν να υποθέσουν, αλλ’ ο αεικίνητος άνθρωπος «πούταν μέσα σ’ όλα», ιδιαιτέρως δε, στα δημόσια πράγματα της εποχής του, όχι απλώς ως ενεργός πολίτης, αλλά και ως κρατικός λειτουργός, αφού συν τοις άλλοις εχρημάτισε και Τμηματάρχης Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας, μεταξύ των ετών 1918-24. Τιτάνιες, πράγματι, κατέβαλλε προσπάθειες για να βελτιώση την ζωή των Ελλήνων και μέσω του κράτους, να ενδυναμώση το έθνος. Μεταξύ, λοιπόν, άλλων πολλαπλών δραστηριοτήτων του, ως εμπνευστής των ποικίλων εκφράσεων και «στοχαστικών προσαρμογών», κατά καιρούς επελήφθη και των ακολούθων, μη αμειγώς πνευματικών, πλην όμως σαφώς εθνωφελών, πρωτοβουλιών:
Κατόπιν ιδικής του εισηγήσεως και με νόμο του κράτους του 1899, η γυμναστική και η σκοποβολή εισάγονται ως μαθήματα υποχρεωτικά σε όλες τις βαθμίδες των σχολείων. Κατά τα έτη 1905-6, ο Δροσίνης επιμελείται της εκδόσεως δύο βιβλίων του ΣΩΒ (Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων του οποίου υπήρξε μόνιμος γραμματεύς από το 1899 μέχρι του θανάτου του, το 1951), την «Γυμναστική» του Ιωάννη Χρυσάφη, διευθυντού του Τμήματος Γυμναστικής του Υπουργείου Παιδείας και τους «Αγώνες» του Αντωνίου Κεραμοπούλου, αρχαιολόγου-ακαδημαϊκού και διδάκτορος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών.
Με νωπή ακόμη την ανάμνησι της ταπεινωτικής μας ήττας του ’97, και κατά νουν έχοντας το λαμπρό παράδειγμα της Γαλλίας η οποία, μετά την στρατιωτική συντριβή της το 1870 από τους Γερμανούς, είχεν εισαγάγει την στρατιωτικήν εκπαίδευσι των μαθητών στα σχολεία, ο Δροσίνης το 1906 προτείνει στον ΣΩΒ, πράγμα που έγινε ασμένως δεκτόν, να εισαχθή το μάθημα σκοποβολής και στα ελληνικά σχολεία. Έτσι φίλοι του Συλλόγου προσφέρουν χρήματα για τον σκοπό αυτό, με πρώτους τους Αιγυπτιώτες ομογενείς αδελφούς Αλέξανδρο και Ηρακλή Βόλτο. Επ’ αυτού στα «Χρονικά» του ΣΩΒ διαβάζουμε τα ακόλουθα:
«Δια του ποσού τούτου κατά την επιθυμίαν των δωρητών, έγινεν εξ’ οπλοποιείων της Γαλλίας και Ελβετίας, η προμήθεια δεκάδος υποδειγμάτων όπλων δια σχολικήν σκοποβολήν μετά εβδομήκοντα χιλιάδων φυσιγγίων και πέντε όπλων ευθυβόλων δια σκοπευτικούς αγώνας μετά την έγκρισιν του Υπουργείου της Παιδείας να χρησιμοποιηθούν ταύτα όπως κριθή σκοπιμώτερον».
Το 1907, Βασιλικό Διάταγμα ορίζει ότι οι μαθητές γυμνασίου των δύο ανώτερων τάξεων των Ελληνικών Σχολείων, Δημοτικών Εμπορικών Σχολών και της Σχολής Γυμναστών, εφεξής θα ασκούνται στην σκοποβολή. Κατόπιν, μάλιστα εισηγήσεως του Ι. Αθανασούλη, συγγενούς του Δροσίνη, προς τον εξ’ Αιγύπτου ομογενή, Παρίση Μπελλένη, ο τελευταίος ευγενώς καταβάλλει το απαιτούμενο ποσόν και την 24ην Ιανουαρίου 1908 ιδρύεται η Μπελένειος Πρότυπος Σκοπευτική Σχολή, στον Ιλισό.
Συνεπώς, για να πραγματοποιήση κάτι ο Δροσίνης το οποίο εξεκίνησε ο ίδιος, διότι το θεωρεί αναγκαίο, δραστηρίως αναζητεί, και πάντα τελικά βρίσκει, βοήθεια οικονομική από φίλους, ευεργέτες και χορηγούς, ακόμη και από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά και μεταξύ των εξ’ Αιγύπτου ομογενών. Με χρήματα λοιπόν όλων αυτών, ιδρύει το 1908, στην Αθήνα, Σχολή Γυμναστικής κατά το σουηδικό πρότυπο.
Όταν το 1907 ο Δροσίνης εξασφαλίζει τα αναγκαία χρήματα, εκδίδει και εγχειρίδιο εξ 72 σελίδων με τίτλο «Η Σκοπευτική άσκησις του έθνους» … «περιέχον οδηγίας προς διάδοσιν, οργάνωσιν και διδασκαλίαν της σκοποβολής».
Το 1910, με υπουργό τον Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, διοργανώνει τους πρώτους Σκοπευτικούς Αγώνες στο Ρίο. Με νόημα ο Δροσίνης τους ονομάζει «Ελευθέρια: εις ανάμνησιν των Πανελληνίων Αγώνων των Πλαταιών της αρχαιότητος, προς τιμήν της λαμπράς νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών το 479 π.Χ., μάχη κοσμοϊστορικής σημασίας, αφού έσωσε τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό …». Έτσι, επί τρία ημερονύκτια, ως εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως, με άκαμπτο ζήλο, φροντίζει για την άρτια διεξαγωγή των αγώνων, οι οποίοι και στέφονται υπό πλήρους επιτυχίας.
Αποφασιστικής εξ’ ίσου σημασίας υπήρξε και η συμμετοχή του Δροσίνη στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών του 1896.
Είναι πασίγνωστον, ότι ο Γάλλος βαρώνος Pierre de Coubertin υπήρξεν ο εμπνευστής της αναβιώσεως των Ολυμπιακών στην σύγχρονη εποχή, ως διεθνών πλέον και όχι μόνον Πανελληνίων, όπως κατά την αρχαιότητα, και ότι το 1894, σε Διεθνές Ολυμπιακό Συνέδριο στην Σορβόννη, έπεισε τους συνέδρους να γίνουν στην Αθήνα οι αγώνες σε δύο από τότε χρόνια. Όμως, αυτό που ακόμη παραμένει εν πολλοίς άγνωστο, είναι ότι στον ΣΩΒ υπάρχουν επιστολές που αποδεικνύουν ότι ο Δροσίνης αλληλογραφούσε με καταξιωμένους λογίους και επιφανείς προσωπικότητες του εξωτερικού, ζητώντας αφ’ενός μεν την γνώμη τους για την προτεινώμενη αναβίωσι των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα, αφ’ ετέρου δε την ηθική τους υποστήριξη σ’ αυτό του το τολμηρό εγχείρημα.
Ο Δημήτριος Βικέλλας, προσωπικότης διεθνούς κύρους και με μεγάλη περιουσία, έγινε ο κύριος επιχειρησιακός μοχλός της όλης προσπαθείας, ως τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του, των δύο τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνος· εποχής κατά την οποία η Ευρώπη ανέδειξε παρόμοιες μεγάλες «βικτωριανές» μορφές στον οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό τομέα, της ευτυχέστερης, σαφώς, περιόδου της νεωτέρας Ευρώπης, της «Μπελ Επόκ», την οποίαν εσημάδεψαν μεγάλοι άνδρες και μικρά γεγονότα.
Για την ιστορία, ας αναφερθή ότι από τους Ευρωπαίους, οι μεν Γάλλοι ετάχθησαν μ’ ενθουσιασμό υπέρ των αγώνων, οι δε Γερμανοί εχθρικά, ενώ οι Άγγλοι απλώς δεν απήντησαν διόλου. Ωστόσο, από την Γερμανία και με ιδιωτική πρωτοβουλία, ήλθαν 19 αθλητές, μέγας αριθμός αν αναλογισθούμε ότι από την Αμερική μας έφθασαν μόλις 14. Εν τούτοις, οι Γερμανοί, αν και σε πολλά αγωνίσματα ενίκησαν επιτυχόντες πολλές διακρίσεις, όταν επέστρεψαν στην χώρα τους, διεγράφησαν από τους συλλόγους τους για ανυπακοή προς τα σωματεία τους.
Για να φθάσουμε λοιπόν αισίως στο 1896,
με Πρόεδρο της Πρώτης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής τον Βικέλλα,
Γενικό Γραμματέα τον Κουμπερτέν, αλλά κύριο, ανεπίσημο, λόγω της γνωστής του
μετριοφροσύνης, συντονιστή της όλης ιστορικής προσπαθείας,
τον Δροσίνη. Διότι ήταν εκείνος
που μέσω της εφημερίδος του «Εστίας», αλλά και της καθόλου πνευματικής,
υπηρεσιακής και κοινωνικής επιρροής του, μετά κόπου και μόχθου είχε κατορθώσει
να πείση την κοινή γνώμη, και προ παντός την Κυβέρνησι, περί του εφικτού της τελέσεως των Ολυμπιακών
Αγώνων στην Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι εξ αιτίας της δεινής οικονομικής
καταστάσεως της χώρας – λιγώτερο από δυόμισυ χρόνια πριν, τον Δεκέμβριο του 1893 – ο Χαρίλαος
Τρικούπης είχε αναφωνήσει το περιβόητο «Δυστυχώς
επτωχεύσαμεν», λόγω του οποίου οι πολιτικοί
ιθύνοντες εφοβούντο να δεχθούν την διεξαγωγή εδώ των
αγώνων. Με έγχρωμες λοιπόν πανηγυρικές εκδόσεις της «Εστίας», οικονομικώς όμως
δυσβάστακτες, ο Δροσίνης, καλύπτει προ και κατά
την διάρκεια των Αγώνων τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα, ουσιωδώς έτσι
ενισχύοντας ηθικά την όλη μεγαλειώδη αυτήν εκδήλωσι
του νεώτερου Ελληνισμού.
Σταχυολογώντας σχετικώς τις εφημερίδες της εποχής, επισημαίνουμε ότι πριν απ’ οποιανδήποτε επίσημην αντίδραση της Κυβερνήσεως, ο Τύπος ευθύς εξ’ αρχής υπήρξε άκρως ευνοϊκός προς την ιδέα της διεξαγωγής των Αγώνων στην Ελλάδα. Στην κίνησι είχε πρωτοστατήσει φυσικά η «Εστία», συγκρίνοντας τους Ολυμπιακούς της αρχαιότητος με τα σύγχρονα Ολύμπια, ανεπισήμους πανελληνίους αγώνες που είχαν ήδη καθιερωθή στην Ελλάδα, αφειδώς χρηματοδοτούμενοι από τον εθνικόν ευεργέτη Ευάγγελο Ζάππα, με πρώτους αυτούς του Οκτωβρίου 1859. Παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμέτωπιζε ακόμη τότε ο ελλαδικός Ελληνισμός, λόγω της μακραίωνης Οθωμανικής δουλείας και των εκθεμελιωτικών καταστροφών που είχεν ο τόπος υποστή κατά τον αγώνα του ’21, οι Έλληνες είχαν το ψυχικό σθένος ν’ αρχίσουν τα Ολύμπια λιγώτερο από τριάντα χρόνια μετά τον αιματηρότατο απελευθερωτικό πόλεμο από τους Τούρκους που είχε προηγηθή. Οι νέοι αυτοί εγχώριοι Ολυμπιακοί, μεγάλως συνέβαλαν ψυχολογικώς στην αναβίωση των συγχρόνων, διεθνών πλέον, Ολυμπιακών, όπως τους γνωρίζομε σήμερα. Οι αρθρογράφοι στον Τύπο τότε έτόνιζαν ότι, παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, χωρών και συνηθειών του χθες και του σήμερα, η αναβίωσις των Αγώνων από «Κυρίους» στο Παρίσι, γέμισε χαρά και υπερηφάνεια ολόκληρο τον Ελληνισμό – ελεύθερο, απόδημο και αλύτρωτο. Αυτό περιτράνως απεδείχθη από την πάνδημο ενεργό συμμετοχή του στους πρώτους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896: λαός και κυβέρνησις έκαναν το παν για να επιτύχη το κορυφαίο αυτό αθλητικό γεγονός, ενώ 230 επί συνόλου 311 αθλητών ήταν Έλληνες – σχεδόν, τα τρία τέταρτα, δηλαδή. Έτσι αποδεικνύεται ότι όπως κι οι Ολυμπιακοί της αρχαιότητος, ήταν φαινόμενο αποκλειστικώς ελληνικό, το ίδιο και η σύγχρονη αναβίωσί τους, με τα Ολύμπια του 1859, 1870, 1875 και 1880, είναι εξίσου φαινόμενο ελληνικό εφόσον άρχισε ολίγα μόλις έτη από της ιδρύσεως του νεώτερου ελληνικού κράτους, άνευ του οποίου, οι Αγώνες απλώς δεν θα είχαν αναβιώσει. Διότι, κατά την διάρκεια των τετρακοσίων ετών της Τουρκοκρατίας, και ενώ οι Δυτικοευρωπαίοι την λαμπροτέρα απελάμβανον πολιτιστική περίοδο της ιστορίας τους, την Αναγέννησιν (του ελληνικού, δηλαδή πολιτισμού), ουδείς διενοήθη τους Ολυμπιακούς ν’ αναβιώση. Ουδέ καν στην ίδια την Ιταλία, κοιτίδα και λίκνον της Αναγεννήσεως, με τις τόσες της αρχαιοελληνικές αναμνήσεις και καταβολές της Μεγάλης Ελλάδος, με τους ξακουστούς της Ολυμπιονίκες, μηδέ στην πάλαι ποτέ κοσμοκράτειρα Ρώμη, αφού και οι Ρωμαίοι ελληνικής καταγωγής ήσαν, λατινόφωνοι απλώς Έλληνες, τους θεούς μας οικειοποιούμενοι και το περίφημο Δίκαιό τους στους νόμους μας στηριζόμενο, του Σόλωνος και του Λυκούργου – αλλ’ αυτό είναι μια άλλη ιστορία …
Η καθιέρωσις, ως πανελληνίου θεσμού των Ολυμπιακών Αγώνων, οφείλεται αποκλειστικώς και μόνον στην ιδιοσυστασία του εθνικού μας χαρακτήρος, μέρος αναπόσπαστο του οποίου αποτελεί και το «ευ αγωνίζεσθαι», γνώρισμα μοναδικό παγκοσμίως, το οποίον ουδείς άλλος λαός, έστω και προς ημάς συγγενέστατος (όπως οι Ιταλοί, λ.χ.) ποτέ συνεμερίσθη. Απόδειξις τούτου, ότι σε όλες τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, οι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν μεταφράζονται κυριολεκτικώς, αλλ’ αποδίδονται συνεκδοχικώς, δηλαδή κατά προσέγγισιν και παραπλανητικώς ως «Ολυμπιακά Παίγνια», διότι απλούστατα σε καμμίαν άλλη γλώσσα λέξις δεν ευρίσκεται αντίστοιχος του όρου «αγών», αφού λέξεις να υπάρξουν δεν μπορούν για έννοιες ασύλληπτες και σκέψεις αδιανόητες γι’ αυτούς που δεν τις έχουν. Μέρος της αρχαίας μας λοιπόν θρησκείας οι αγώνες ήταν, και κομμάτι της ψυχής μας μέχρι σήμερα αποτελούν, όπως και για πάντα έτσι θα παραμείνουν εσαεί, όπως κι ο Θουκυδίδης θάλεγε. Με τον Δροσίνη ως τον τέλειον εκφραστή της μεγάλης αυτής εθνικής μας ιδιοτυπίας, που στην ανθρωπότητα εκτός από τον πολιτισμό, προσέφερε και τους Ολυμπιακούς, αλλά και τα Ίσθμια, τα Πύθια, τα Νέμεα καθώς κι’ όλους τους άλλους αγώνες, τοπικούς και μη, απανταχού του Ελληνισμού, από τον Όλυμπο ως τα Ιμαλάια, από τον Αώο ως τον Νείλο και από την Μασσαλία ως την Αλεξάνδρεια την εσχάτη … ας θυμώμαστε και κάποια πράγματα και ας μην τα λησμονούμε …
Παντοειδές πλούσιο υλικό, με φροντίδα συγκεντρωμένο και αγάπη παρουσιασμένο, για τον βίο, το έργο και την εποχή του Γεωργίου Δροσίνη, ο ιστορικός μελετητής θα βρη, μαζύ του όμως και ο ρωμαντικός νοσταλγός της «Ανθισμένης Αμυγδαλιάς», στο ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον του Μουσείου Γ. Δροσίνη, στην Κηφισιά, όπου ο Σύλλογος των Φίλων του Μουσείου, θαυμάσια έχει επιτύχει ν’ αναπλάση την ατμόσφαιρα των αρχών του παρελθόντος – ήδη – αιώνος. Εκεί, στην κατοικία, όπου τα τελευταία έζησε χρόνια της ζωής του ο εξέχων αυτός άνθρωπος, ο βαθύς στοχαστής, ο μέγας πατριώτης και λεπτός ευπατρίδης που τόσα στο Έθνος προσέφερε, δίχως ποτέ τίποτε σε αντάλλαγμα να ζητήση … και μάλιστα ως ιδιοκτήτης της φιλτάτης «Εστίας» - της ιστορικής αυτής εφημερίδος του νεώτερου Ελληνισμού – φάρου πνευματικού, όντως τηλαυγούς, πληροφορίας, αναλύσεως, ενημερώσεως – άνευ του οποίου, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 πιθανώτατα να είχαν χρειασθή πολύ χρόνον ακόμη για να πραγματοποιηθούν. Όμως, ποιος τα θυμάται όλα αυτά σήμερα; Κανείς – εκτός, ίσως, από κάποιους αδιόρθωτους ρωμαντικούς ας πούμε, σαν εσάς, αγαπητοί φίλοι αναγνώστες!
Του Νικολάου Β. Μαυρολέοντος