ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  ΤΟΥ  ΒΙΒΛΙΟΥ

ΤΟΥ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ

 

Η  ΠΑΙΔΕΙΑ  ΣΤΟ  ΚΑΙΜΑΚΛΙ (ΚΥΠΡΟΣ)

 

Αίθουσα  Πολιτιστικών  Εκδηλώσεων  ΣΠΕ  Καϊμακλίου

Τετάρτη, 13  Νοεμβρίου  2002, 7:00 μ.μ

 

 

            Η  έρευνα  είναι  η  βάση  για  την  ανάπτυξη  της  γνώσης  και  της  επιστήμης. Γι’ αυτό  πάντα  αποτελεί  στοιχείο  πολιτισμού  και  προόδου. Όταν  όμως  η  έρευνα  συμβάλλει  και  στη  βαθύτερη  αυτογνωσία  μιας  κοινότητας  ή  ενός  λαού, τότε  αποκτά  και  άμεση  πρακτική  ωφελιμότητα. Ενδυναμώνει  την  αυτοπεποίθηση  των  κατοίκων, τους  φέρνει  σε  άμεση  επαφή  με  τις  πολιτιστικές  τους  ρίζες  και  τους  δίνει  κίνητρα  για  να  συνεχίσουν  την  πολιτιστική  τους  πορεία. Μία  τέτοια  πρακτική  ωφελιμότητα, εκτός  από  τη  συμβολή  της  στην  ανάπτυξη  της  επιστημονικής  γνώσης, έχει  και  η  Έρευνα-Μελέτη  του  θεολόγου  και  τέως  Επιθεωρητή  Μέσης  Εκπαίδευσης  Κωνσταντίνου  Κλεάνθους.

 

            Ο  Κωνσταντίνος  Κλεάνθους  κατάγεται  από  το  Καϊμακλί  και  με  πολλή  αγάπη  και  συγκίνηση  ερεύνησε  την  εκπαίδευση  στον  τόπο  της  καταγωγής  του  από  το  πρώτο  σχολείο  πριν  από  το  1838  μέχρι  σήμερα. Το  αποτέλεσμα  της  έρευνας-μελέτης  του, μας  το  δίνει  στο  βιβλίο  του  Η  Παιδεία  στο  Καϊμακλί, που  καλύπτει  450  σελίδες  και  περιλαμβάνει  έξι  κεφάλαια  και  ένα  Παράρτημα. Το  βιβλίο  προλογίζουν  ο  Υπουργός  Παιδείας  και  Πολιτισμού  κ. Ουράνιος  Ιωαννίδης  και  ο  συγγραφέας. Στο  τέλος  του  βιβλίου  είναι  ενσωματωμένος  ένας  τοπογραφικός  χάρτης  του  Καϊμακλίου, στον  οποίον  εμφαίνονται  οι  τοποθεσίες  των  σχολείων  και  των  οικιών  που  χρησιμοποιήθηκαν  για  σκοπούς  διδασκαλίας  από  το  1838  ως  σήμερα.

 

            Του  κειμένου  προτάσσεται  το  ακόλουθο  «αφιέρωμα  αγάπης»  του  συγγραφέα, στο  οποίο  χρησιμοποιεί  φράσεις  από  κείμενο  του  γυμνασιάρχη  του  Παγκυπρίου  Γυμνασίου  Μιχαήλ Δ. Βολονάκη, δημοσιευμένο  στην  εφημερίδα  Πατρίς  της  09/22  Ιουλίου  1909: «εις  την  εύανδρον  κωμόπολιν  Καϊμακλίου, την  τόσον  φιλόμουσον  και  προοδευτικήν, ως  και  εις  τους  κατοίκους  αυτής, οίτινες  κατώρθωσαν  δια  των  προτερημάτων  ως  και  προς  παν  εθνικόν  ζήλον  αυτών, να  καταστήσωσι  την  Κωμόπολιν  των  ου  μόνον  μίαν  των  αρίστων  της  Κύπρου  αλλά  και  του  Ελληνισμού».

 

            Με  την  έρευνα  του  Κωνσταντίνου  Κλεάνθους  επιβεβαιώνονται  όσα  ο  Υπουργός  Παιδείας  και  Πολιτισμού  αναφέρει  για  το  Καϊμακλί  στο  Προλόγισμά  του: «Σε  μια  εποχή  που  ενώ  αλλού  επικρατούσε  αμάθεια, η  περιρέουσα  ατμόσφαιρα  του  Καϊμακλίου  με  όλη  την  πνευματικότητα  και  την  προοδευτικότητά  του, έδωσε  στους  κατοίκους  ευκαιρίες  μοναδικές  για  μόρφωση, ανάπτυξη  της  προσωπικότητας  και  διάπλαση  του  χαρακτήρα  τους».

 

            Αυτήν  την  έφεση  για  μάθηση  και  την  προοδευτικότητα  που  χαρακτήριζε  από  παλαιά  το  Καϊμακλί  καταγράφει  με  την  έρευνά  του  ο  Κωνσταντίνος  Κλεάνθους, παρέχοντας  στην  επιστήμη  στοιχεία  προς  σύγκριση  και  στους  κατοίκους  του  Καϊμακλίου  μια  ολοκληρωμένη  εικόνα  της  εκπαιδευτικής  τους  παράδοσης  για  την  οποία  πρέπει  να  συμνύνονται.

 

            Στο  πρώτο  κεφάλαιο  του  βιβλίου  ο  συγγραφέας  αναγράφει  όσες  πληροφορίες  μπόρεσε  να  συγκεντρώσει  από  προσωπικές  μαρτυρίες  και  προηγούμενες  έρευνες  για  τους  πρώτους  «δασκάλους» (η  λέξη  δασκάλους  σε  εισαγωγικά), τον  Χριστοφή  Μαραθοβουνιώτη  και  τον  Μιχαήλ  παπα-Σακκά, καθώς  και  τους  διαδόχους  τους  Χατζη  παπα-Γιαννή  και  Μιχαήλ  Φιλίππου, που  δίδασκαν  στο  σπίτι  τους  τα  «παπαδίστικα», ή  τα  «κοινά»  γράμματα, ενώ  ασχολούνταν  συγχρόνως  και  με  το  κυρίως  επάγγελμά  τους. Οι  πληροφορίες  φέρουν  τον  Χριστοφή  Μαραθοβουνιώτη  να  διδάσκει  πριν  από  το  1838  και  τον  Μιχαήλ  παπα-Σακκά  από  το  1838. Στο  ίδιο  κεφάλαιο  μας  πληροφορεί  επίσης  και  για  τη  λειτουργία  από  το  1858  του  πρώτου  αλληλοδιδακτικού  σχολείου  στο  Καϊμακλί. Πρόκειται  για  αξιόλογες  πληροφορίες  που  διαφωτίζουν  την  εξέλιξη  της  κυπριακής  εκπαίδευσης  και  την  έφεση  για  γράμματα  των  κατοίκων  του  Καϊμακλίου  στα  τελευταία  χρόνια  της  Τουρκοκρατίας.

 

            Στο  δεύτερο  κεφάλαιο, που  είναι  και  το  μακροσκελέστερο, κάνει  συστηματική  αναφορά  στην  εξέλιξη  της  παιδείας  στο  Καϊμακλί  κατά  την  περίοδο  της  Αγγλοκρατίας (1878-1959). Με  αυθεντικά  στοιχεία, που  συνέλεξε  από  εφημερίδες  της  εποχής  και  από  τα  σωζόμενα  αρχεία  της  αποικιακής  Κυβέρνησης, καθώς  και  από  προσωπικές  μαρτυρίες  και  συνεντεύξεις  παλαιών  μαθητών  που  ενισχύουν  τις  γραπτές  πηγές, ο  συγγραφέας  παρακολουθεί  την  εξέλιξη  της  εκπαίδευσης  στο  Καϊμακλί  βήμα  προς  βήμα. Αναφέρεται  στην  ίδρυση, στη  στέγαση, στη  μεταστέγαση  και  στη  μετονομασία  του  Αρρεναγωγείου, του  Παρθεναγωγείου  και  του  Γ’ Μικτού  Καϊμακλίου, καθώς  και  στα  πρώτα  νηπιαγωγεία. Παρέχονται  στοιχεία  για  τον  μαθητικό  πληθυσμό, το  διδακτικό  προσωπικό, τα  διδασκόμενα  μαθήματα  και  τον  τρόπο  επιθεώρησης. Στο  ίδιο  κεφάλαιο  καταγράφονται  επίσης  προσωπικές  αναμνήσεις  μαθητών  για  την  καθημερινότητα  της  σχολικής  ζωής, τον  τρόπο  που  γινόταν  η  διδασκαλία, τα  σχολικά  όργανα, τις  σχέσεις  δασκάλων-μαθητών  και  για  τον  ρόλο  των  γονέων. Το  κείμενο  διανθίζουν  πολλές  φωτογραφίες, που  ζωντανεύουν  στους  παλαιούς  μαθητές  αλησμόνητες  σχολικές  αναμνήσεις, ενώ  δίνουν  στους  νεότερους  μια  οπτική  εικόνα  τόπων  και  προσώπων  παλαιότερων  εποχών.

 

            Το  τρίτο  κεφάλαιο  ασχολείται  με  αναμνήσεις  παλαιών  μαθητών  από  τη  σχολική  τους  ζωή  και  δημοσιεύματα  εφημερίδων  που  συμπληρώνουν  όσα  αναφέρονται  στο  προηγούμενο  κεφάλαιο  για  τις  σχολικές  συνθήκες  εργασίας  στα  δημοτικά  σχολεία  Καϊμακλίου. Εξετάζονται  θέματα  όπως  οι  τιμωρίες, η  συμπεριφορά  των  μαθητών, η  ψυχαγωγία  και  οι  εκδρομές, οι  σχολικές  γιορτές, οι  εξετάσεις, ο  εκκλησιασμός, η  καλλιέργεια  του  εθνικού  φρονήματος  και  άλλα  συναφή  θέματα. Πρόκειται  για  πληροφορίες  που  ενδιαφέρουν  άμεσα  τόσο  τους  ιστορικούς  της  κυπριακής  εκπαίδευσης  όσο  και  τους  κοινωνιολόγους  που  μελετούν  την  εξέλιξη  της  κυπριακής  κοινωνίας.

 

            Το  τέταρτο  κεφάλαιο  εξετάζει  την  εκπαίδευση  στο  Καϊμακλί  από  την  ανεξαρτησία  της  Κύπρου  μέχρι  σήμερα. Γίνεται  αναφορά  στα  σχολεία  στο  Καϊμακλί  που  παρέλαβε  την  1η  Μαΐου  1959  το  Ελληνικό  Εκπαιδευτικό  Συμβούλιο  της  μεταβατικής  περιόδου  από  την  αποικιοκρατική  Κυβέρνηση  και  παρακολουθείται  η  εξέλιξή  τους  όταν  την  ευθύνη  για  τη  διαχείριση  των  σχολείων  ανέλαβε  στις  16  Αυγούστου  1960  η  Ελληνική  Κοινοτική  Συνέλευση  Κύπρου  και  την  1η  Απριλίου  1965  το  Υπουργείο  Παιδείας. Γίνεται  εκτενής  αναφορά  στα  σχολικά  κτίρια, στον  μαθητικό  πληθυσμό, στο  διδακτικό  προσωπικό, στο  μαθησιακό  επίπεδο  και  καταλήγει  σε  μια  λεπτομερειακή  αναφορά  για  τα  σχολεία  στο  Καϊμακλί  σήμερα.

 

            Αν  και  η  εξιστόρηση  της  εξέλιξης  των  σχολείων  στο  Καϊμακλί  τελειώνει  με  το  τέταρτο  κεφάλαιο, η  έρευνα  του  Κωνσταντίνου  Κλεάνθους  για  την  παιδεία  στο  Καϊμακλί  συνεχίζεται  με  δύο  επί  πλέον  κεφάλαια, που  συμπληρώνουν  τα  προηγούμενα  και  δίνουν  χρήσιμες  πληροφορίες  για  το  ιστορικό  της  εκπαίδευσης.

 

            Στο  πέμπτο  κεφάλαιο  δίνεται  κατάλογος  όλων  των  δασκάλων  από  το  Καϊμακλί  που  εργάστηκαν  στην  Κύπρο  και  στο  εξωτερικό.  Για  τους  πλείστους  δασκάλους  παρατίθενται  και  οι  φωτογραφίες  τους. Βιογραφούνται  στη  συνέχεια  μερικοί  από  τους  Καϊμακλιώτες  δασκάλους  που  διέπρεψαν  στην  παιδεία  και  το  κεφάλαιο  κλείνει  με  μια  αναφορά  στους  Καϊμακλιώτες  δασκάλους  που  στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  1920  ανταποκρίθηκαν  στη  φωνή  της  πατρίδας  κι  εργάστηκαν  σε  χωριά  στη  Βόρεια  Ελλάδα.

 

            Στο  έκτο  κεφάλαιο  δίνονται  πολύ  χρήσιμες  πληροφορίες  για  τον  κοινωνιολόγο  της  εκπαίδευσης, σχετικά  με  τους  μαθητές  και  τις  μαθήτριες  από  το  Καϊμακλί  που  τελείωσαν  το  Παγκύπριο  Γυμνάσιο  από  το  1913  ως  το  1960, καθώς  και  για  τις  προτιμήσεις  των  αποφοίτων  του  Αρρεναγωγείου  Καϊμακλίου  μετά  το  1955  σε  Ανώτερα  Σχολεία.

 

            Ως  κατακλείδα  του  βιβλίου  παρατίθεται  ένα  Παράρτημα  που  περιλαμβάνει  το  ανέκδοτο  αρχείο  του  Διευθυντή  του  Αρρεναγωγείου  Καϊμακλίου  από  το  1928  ως  το  1931  Χρίστου Γ. Χριστοφορίδη. Το  Αρχείο  περιλαμβάνει  διάφορες  επιστολές  του  Διευθυντή  και  της  σχολικής  Εφορείας, ομιλίες  του  διευθυντή  επί  τη  λήξει  των  μαθημάτων  και  την  εορτή  των  Ελληνικών  Γραμμάτων, προγράμματα  μαθημάτων  και  εορτών, την  τελετή  επί  τη  καταθέσει  του  θεμελίου  λίθου  του  Ελληνικού  Αρρεναγωγείου  Καϊμακλίου  στις  29  Ιουνίου  1930  και  τις  προσφωνήσεις  κατά  την  επίσκεψη  του  Αρχιεπισκόπου  Κυρίλλου Γ’  στο  Καϊμακλί.

            Στο  Παράρτημα, εκτός  από  το  Αρχείο  του  Χρίστου  Χριστοφορίδη, περιλαμβάνεται  και  η  αποχαιρετιστήρια  ομιλία  του  Διευθυντή  στο  Αρρεναγωγείο  Καϊμακλίου  από  το  1947  ως  το  1950  του  γνωστού  εκπαιδευτικού  Χαράλαμπου  Παπαδόπουλου, που  έγινε  στις  28  Ιουνίου  1950.

 

            Όπως  φαίνεται  από  τη  σύντομη  αναφορά  στο  περιεχόμενο  της  έρευνας-μελέτης  του  Κωνσταντίνου  Κλεάνθους  «Η  Παιδεία  στο  Καϊμακλί», το  βιβλίο  παρέχει  στους  ιστορικούς  και  στους  κοινωνιολόγους  της  παιδείας  πολύτιμες  πληροφορίες  και  στοιχεία  που  τους  επιτρέπουν  να  προβαίνουν  σε  επιστημονικές  συγκρίσεις  με  τα  σημερινά  εκπαιδευτικά  και  κοινωνικά  δεδομένα. Περιέχει  επίσης  πλήθος  φωτογραφιών  από  τη  σχολική  ζωή  σε  παλαιότερες  εποχές, καθώς  και  φωτογραφίες  πλείστων  εκπαιδευτικών  από  το  Καϊμακλί, που  προσδίδουν  στο  βιβλίο, εκτός  από  την  καθαρά  επιστημονική  του  σημασία  και  την  ιδιότητα  του  Λευκώματος, που  θυμίζει  παλαιά  γεγονότα  και  διασώζει  πρόσωπα  και  μνήμες. Γι’ αυτό  και  το  βιβλίο  έχει  θέση  όχι  μόνο  στις  επιστημονικές  και  τις  σχολικές  βιβλιοθήκες, αλλά  και  στις  βιβλιοθήκες  όλων  των  κατοίκων  του  Καϊμακλίου  που  ενδιαφέρονται  για  την  εκπαιδευτική  ανάπτυξη  στην  Κοινότητά  τους.

 

            Συγχαίρω  τον  Κωνσταντίνο  Κλεάνθους  για  την  τόσο  αξιόλογη  έρευνά  του, που  αποτελεί  συμβολή  στην  ιστορία  και  την  κοινωνιολογία  της  κυπριακής  εκπαίδευσης  και  του  εύχομαι  χρόνια  πολλά  και  υγεία  για  απρόσκοπτη  συνέχιση  του  δημιουργικού  του  έργου.

 

Μιχαλάκης Ι. Μαραθεύτης

Τ.Γεν Επιθεωρητής Υπουργείου

Παιδείαςτης Κύπρου